Η λογοτεχνία της Ανοησίας (και άλλα σχετικά φληναφλήματα).

Η λογοτεχνία της ανοησίας ή nonsense literature είναι ένα λογοτεχνικό είδος που άνθισε κατά την Βικτωριανή εποχή αλλά οι ρίζες της μπορούν να βρεθούν πολύ παλιότερα: Πολλοί ερευνητές τοποθετούν την καταγωγή της στον Μεσαίωνα ή στην αρχαιότητα, χωρίς να υπάρχει κάποια καταληκτική απόφαση για το σημείο γέννησής της. Ο William Shakespeare (ο οποίος δημιούργησε ουκ ολίγες λέξεις τις οποίες χρησιμοποιούμε ακόμα και σήμερα) και ο λιγότερος γνωστός αλλά εξίσου σημαντικός Αγγλοϊρλανδός Laurence Sterne είναι δύο από τους ανθρώπους που έχουν συμβάλλει στην δημιουργία της.


Χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας της ανοησίας είναι το παιγνιώδες ύφος, τα εφευρετικά στιχάκια που είναι γεμάτα από ένα είδος χιούμορ που δεν πηγάζει από την εξυπνάδα της κατασκευής του, αλλά από την ίδια την παρωδία της θεματικής του (θα ασχοληθούμε με το θέμα της παρωδίας εκτενέστερα αργότερα). Παραθέτουμε ως παράδειγμα “χιουμοριστικής ανοησίας” ένα από τα πιο γνωστά παιδικά τραγούδια άνευ νοήματος το hey diddle diddle.

Hey diddle diddle,
The cat and the fiddle,
The cow jumped over the moon;
The little dog laughed
To see such sport,
And the dish ran away with the spoon

(Σε δίκη μας ελεύθερη μετάφραση)


Έι, ντιντλ ντιντλ,
Η γάτα και το βιολί,
Η αγελάδα πήδηξε πάνω από το φεγγάρι,
Το σκυλάκι γέλασε να βλέπει τέτοιο άθλημα,
Και το πιάτο έτρεξε μακριά με το κουτάλι

Χαρακτηριστικό της λογοτεχνίας της ανοησίας είναι το παιγνιώδες ύφος, τα εφευρετικά στιχάκια που είναι γεμάτα από ένα είδος χιούμορ που δεν πηγάζει από την εξυπνάδα της κατασκευής του, αλλά από την ίδια την παρωδία της θεματικής του.”

Ο σκοπός του συγγραφέα του συγκεκριμένου είδους δεν είναι να εντυπωσιάσει με την δομή της γλώσσας του, ούτε να καταλήξει σε κάποιο συμπέρασμα, αλλά να παίξει με τις ίδιες της συμβάσεις της γλώσσας. Οι λέξεις που είναι ηχητικά πανομοιότυπες ή έχουν διπλό νόημα είναι τα αγαπημένα εργαλεία των συγγραφέων της ανοησίας.
Ο πρωτος συνήγορος του σημαντικου ρόλου της ανοησίας ήταν και ο διάσημος συγγραφέας G.K. Chesterton με ένα πολυ γνωστό του κείμενο.

Αναμφισβήτητα ο βασιλιάς της ανοησίας ήταν ο Edward Lear, ένας ποιητής και καλλιτέχνης που έζησε στα τέλη του 1800. Άφησε πίσω του τεράστιο έργο που αποτελείται από ποιήματα, παραμύθια, μυθιστορήματα και σκίτσα βοτανολογίας, όλα στο πνεύμα της ανοησίας. Ένα από τα ποιήματα του είναι και το εξής:

There was an Old Person of Buda,
Whose conduct grew ruder and ruder, ⁠
Till at last with a hammer ⁠
They silenced his clamour,
By smashing that Person of Buda.

Υπήρχε ένας ηλικιωμένος της Βούδας,
του οποίου η συμπεριφορά γινόταν όλο και πιο αγενής,
Μέχρι που τελικά με ένα σφυρί
Έκαναν να σωπάσει η φωνή του,
Συντρίβοντας εκείνο τον άνθρωπο της Βούδας.

Παρατηρήστε την ηχητική συγγένεια της λέξης Buda με την λέξη Ruda, όπως και τον συνδυασμό hammer/clamour. Ο Edward Leare ήταν και ο ιδρυτής των Λιμερίκιων, των γρήγορων και σαχλών αυτών ποιημάτων όπως το παραπάνω που χρησιμοποιήθηκαν και στην ελληνική ποίηση. Ο Γιώργος Σεφέρης έγραψε αρκετά λιμερίκια τα οποία ονόμασε “εντεψιζικα”. Μπορείτε να διαβάσετε κάποια από αυτά εδώ, αν δεν έχετε πρόβλημα να κοκκινίσετε από ντροπή!


Οφείλεται όμως η δημοφιλία της λογοτεχνίας της ανοησίας μόνο στο παιχνιδιάρικο ύφος της; Ο διάσημος ποιητής T. S. Elliot μας εξηγεί πως η σημαντικότητα τους έγκειται όχι στην απουσία του νοήματος, αλλά στην παρωδία αυτού: Διαβάζοντας πολλά λιμερίκια του Edward Leare, ή μελετώντας την Αλίκη στην Χώρα των θαυμάτων του Lewis Carroll (ο δεύτερος βασιλιάς της λογοτεχνίας της ανοησίας) παρατηρούμε πως οι πρωταγωνιστές ή οι ανταγωνιστές είναι άτομα που προέρχονται από θέσεις εξουσίας. Χαρακτηριστική είναι και η σκηνή στην Αλίκη στην χώρα των θαυμάτων, όταν οι συνδαιτυμόνες της κάθονται όταν περνάει η βασίλισσα ενώ εκείνη συλλαμβάνεται επειδή παραμένει όρθια. Μιλάμε, -με αλλά λόγια- για μια πλήρη ανατροπή των Βικτοριανών συμβάσεων ευγενείας, σύμφωνα με τους οποίους κάποιος θα έπρεπε να υποκλίνεται ή να συμπεριφέρεται με κάποιον συγκεκριμένο τρόπο. Αυτόν τον αναρχικό ρόλο σχολιάζει και η Anna Barton όταν λέει πως “Αλλά, όπως υποδηλώνει ο Έλιοτ, υπάρχει επίσης στην ανοησία ένα είδος αναρχικού δυναμικού, επειδή, -κάνοντας πλάκα με τη γλώσσα- η ανοησία αποτελεί μια σημαντική πρόκληση για τη δύναμη που έχει η γλώσσα να ονομάζει, να γνωρίζει και να κατέχει τον κόσμο. Για τους λόγους αυτούς, η ανοησία έχει προσελκύσει την προσοχή όχι μόνο των αναγνωστών της παιδικής λογοτεχνίας και της βικτοριανής λογοτεχνίας, αλλά και των γλωσσολόγων, των θεωρητικών και των φιλοσόφων.” Δεν μας προκαλεί εντύπωση το γεγονός πως πολλοί φιλόσοφοι (όπως ο Deuleze στο Λογική του Νοήματος) ή γλωσσολόγοι όπως ο Ντεριντά ασχολήθηκαν με την λογοτεχνία της ανοησίας.

H σημαντικότητα τους έγκειται όχι στην απουσία του νοήματος, αλλά στην παρωδία αυτού.”


Ο Ντεριντά θεωρεί πως η λογοτεχνία της ανοησίας εκτός από την ανατροπή του γλωσσικού συστήματος, ανατρέπει και την πρωτοκαθεδρία του ίδιου του ανθρώπου στο ιεραρχικό σύστημα μέσα στο οποίο ζει. Χωρίς να υπάρχει η δομή της γλώσσας που είναι άμεσα συνδεδεμένη με την ανθρώπινη ταυτότητα, η ισορροπία των δυνάμεων της ιεραρχίας καταρρίπτεται. Πιο συγκεκριμένα, ο Ντεριντά δηλώνει ότι “το μόνο που διαφοροποιεί τους ανθρώπους από τα ζώα είναι η βίαιη χρήση της γλώσσας από τον άνθρωπο για να υποτάξει και να κατηγοριοποιήσει όλα τα μη ανθρώπινα έμβια όντα κάτω από μία και μόνη λέξη: ζώο”. Εξετάζοντας την Αλίκη των θαυμάτων κάτω από τον μεγεθυντικό φακό του Ντεριντά, παρατηρούμε την αδυναμία της να ορίσει τον εαυτό της χωρίς την βοήθεια της γλώσσας.

Υπάρχει μια υφέρπουσα “αλλότητα” (ο άλλος είναι το παράλογο, το αντίθετο του ” εγώ ” σύμφωνα με την φιλοσοφία της φαινομενολογίας) μέσα στο λογοτεχνικό κείμενο, κι αυτό γιατί χωρίς την γλώσσα ως εργαλείο, η Αλίκη είναι περισσότερο ευάλωτη από τα ζώα με τα οποία συναναστρέφεται. Είναι ο κόσμος της ανοησίας ένα σύμπαν στο οποίο ο συμβολικός κόσμος (το γλωσσικό σύστημα της επικοινωνίας σύμφωνα με τον Λακάν) είναι απών, ή οι συμβάσεις του βασίζονται απλά στην παρωδία του νοήματος;

Πριν κλείσουμε αυτό το άρθρο θα θέλαμε να αναφέρουμε κάποιους άλλους συγγραφείς της “ανοησίας” όπως ο Ionesco, O Rudyard Kipling και ο James Joyce.
Είναι η λογοτεχνία της ανοησίας παρακλάδι παρεμφερών κινημάτων οπως ο σουρεαλισμός,ή το ανάποδο; Ίσως καποια μελλοντική έρευνα θα μπορούσε να μας οδηγήσει στην αλήθεια.

Τέλος, η λογοτεχνία της ανοησίας έχει παρεισφρήσει και στην ποπ κουλτουρα, με τον Grant Morrison, τον Σκοτσέζο κομιστα να αποτελεί τον κυριο θιασώτη της. Χρησιμοποιεί συχνά τεχνικές που υπαγονται στο συγκεκριμένο είδος για να χτίσει έναν κόσμο που βασίζεται σε θεωρίες συνωμοσίας στο έργο του με τίτλο “Ιnvisibles”.

Grant Morisson, Invisibles

Η λογοτεχνία της ανοησίας είναι αποτελεί ένα είδος που επιβάλλει μεγαλύτερη ανάλυση και έχει προεκτάσεις τόσο στον τομέα της γλωσσολογίας όσο και της φιλοσοφίας. Δυστυχώς η έκταση του άρθρου δεν μας επιτρέπει να προβούμε σε μια μεγαλύτερη μελέτη, αλλά ελπίζουμε να αποτελέσει ένα πρώτο εφαλτήριο για περαιτέρω μελλοντική έρευνα. Το μόνο σίγουρο είναι πως οι ανοησίες του Carroll, του Lewis και του Morrison μόνο ανόητες δεν είναι.

Leave a Reply

Your email address will not be published. Required fields are marked *